Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἵστημι   ἵσταμαι 
Παρατατικός  ἵστην   ἱστάμην 
Μέλλοντας  στήσω   στήσομαι 
Αόριστος  ἔστησα   ἐστησάμην - ἔστην, ἐστάθην 
Παρακείμενος  στήσας ἔχω   ἕστηκα
(ενεργ. τύπος με παθ. σημασία) 
Υπερσυντέλικος  στήσας εἶχον   ἑστήκειν, ἑστήκη, εἱστήκειν
(ενεργ. τύποι με παθ. σημασία) 
Συντελ.Μέλλ.  ἑστήξομαι 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι). Συγγενή: λατινική sto, γερμανική stehen, κ.ά.

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἵστημι (παθητική φωνή: ἵσταμαι)

  1. (+ αιτιατική) στήνω κάτι ή κάποιον, κάνω κάτι να σταθεί όρθιο
  2. είμαι υπαρκτός, έχω παρουσία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη στάσις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία