Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίμπλημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleh₁- (γεμίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

πίμπλημι (παθητική φωνή: πίμπλαμαι)

  1. γεμίζω
  2. (μεταφορικά) χορταίνω
  3. ικανοποιώ
  4. παθητική φωνή: πίμπλαμαι
    1. γεμίζω, πληρούμαι
    2. (μεταφορικά) καθίσταμαι έγκυος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία