Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεμίζω < αρχαία ελληνική γεμίζω < γέμω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝɛ.ˈmi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

γεμίζω και γιομίζω

  1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο
     συνώνυμα: πληρώ
     αντώνυμα: αδειάζω
  2. προσφέρω ικανοποίηση, προκαλώ το αίσθημα της πληρότητας
  3. βάζω βλήματα σε πυροβόλο όπλο
  4. (αμετάβατο) γίνομαι γεμάτος από κάτι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • γεμίζω την κοιλιά μου : χορταίνω φαγητό // ικανοποιώ τις βασικές μου ανάγκες
  • δε μου γεμίζει το μάτι : δε μου φαίνεται ικανός, δε μου εμπνέει εμπιστοσύνη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεμίζω < ομόρριζο του γέμω και γομόω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γεμίζω

  1. καθιστώ κάτι πλήρες
  2. φορτώνω