Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γόμωση οι γομώσεις
      γενική της γόμωσης
γομώσεως*
των γομώσεων
    αιτιατική τη γόμωση τις γομώσεις
     κλητική γόμωση γομώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γόμωση < (καθαρεύουσα) γόμωσις < ελληνιστική κοινή γόμωσις < γομόω-γομῶ (φορτώνω, γεμίζω, παραγεμίζω χώρο με φορτίο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γόμωση αρσενικό

  1. το γέμισμα όπλου ή μηχανισμού με ποσότητα εκρηκτικών υλών
  2. οι εκρηκτικές ύλες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία