Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γεμιστός γεμιστή γεμιστό
γενική γεμιστού γεμιστής γεμιστού
αιτιατική γεμιστό γεμιστή γεμιστό
κλητική γεμιστέ γεμιστή γεμιστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεμιστοί γεμιστές γεμιστά
γενική γεμιστών γεμιστών γεμιστών
αιτιατική γεμιστούς γεμιστές γεμιστά
κλητική γεμιστοί γεμιστές γεμιστά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεμιστός < ελληνιστική κοινή γεμιστός < αρχαία ελληνική γεμίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝε.mi.ˈstɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γεμιστός, -ή, -ό

  1. που τον έχουν γεμίσει με κάτι
  2. (γαστρονομία) που έχει γέμιση
  3. (γαστρονομία) (ουσιαστικοποιημένο) γεμιστά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία