Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέμω < θεωρείται ομόρριζο των γαστήρ, γάστρα, γόμος και γέμος

  ΡήμαΕπεξεργασία

γέμω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία