Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γεμάτος η γεμάτη το γεμάτο
      γενική του γεμάτου της γεμάτης του γεμάτου
    αιτιατική τον γεμάτο τη γεμάτη το γεμάτο
     κλητική γεμάτε γεμάτη γεμάτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γεμάτοι οι γεμάτες τα γεμάτα
      γενική των γεμάτων των γεμάτων των γεμάτων
    αιτιατική τους γεμάτους τις γεμάτες τα γεμάτα
     κλητική γεμάτοι γεμάτες γεμάτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεμάτος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γεμάτος

  1. που δε χωράει άλλο, πλήρης
  2. εύσωμος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία