Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άδειος άδεια άδειο
γενική άδειου άδειας άδειου
αιτιατική άδειο άδεια άδειο
κλητική άδειε άδεια άδειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άδειοι άδειες άδεια
γενική άδειων άδειων άδειων
αιτιατική άδειους άδειες άδεια
κλητική άδειοι άδειες άδεια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άδειος < αρχαία ελληνική ἄδειος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ðʝɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.ðʝa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.ðʝɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άδειος, -α, -ο

  1. χωρίς περιεχόμενο
    το ποτήρι δεν έχει καθόλου νερό, είναι άδειο
  2. (για χώρους) χωρίς ανθρώπους
  3. (για θέση) που δεν είναι κατειλημμένος
  4. (μεταφορικά) χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό
    η ζωή μου είναι άδεια
  5. που αδειάζει, που έχει ελεύθερο χρόνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα: προσπαθώ να εκμαιεύσω πληροφορίες, "ψαρεύω"

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία