Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κενός κενή κενό
γενική κενού κενής κενού
αιτιατική κενό κενή κενό
κλητική κενέ κενή κενό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κενοί κενές κενά
γενική κενών κενών κενών
αιτιατική κενούς κενές κενά
κλητική κενοί κενές κενά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κενός < αρχαία ελληνική κενός < κενϝός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱen-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κενός, -ή, -ό

  1. που δεν περιέχει τίποτα
    τα ταμεία είναι κενά
    το εσωτερικό του κορμού είναι κενό
    συνώνυμα: αδειανός, άδειος, κούφιος
    αντώνυμα: γεμάτος, πλήρης
  2. που δεν έχει συμπληρωθεί, που δεν έχει καταληφθεί
    διαγωνισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων
    την Τετάρτη, έχω πολλές κενές ώρες
  3. χωρίς πνευματικό περιεχόμενο, που δεν έχει νόημα
    κενός λόγος
    άνθρωπος κενός
    συνώνυμα: κούφιος
    αντώνυμα: μεστός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία