Δείτε επίσης: κενώς, καινός, καινώς
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κενός η κενή το κενό
      γενική του κενού της κενής του κενού
    αιτιατική τον κενό την κενή το κενό
     κλητική κενέ κενή κενό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κενοί οι κενές τα κενά
      γενική των κενών των κενών των κενών
    αιτιατική τους κενούς τις κενές τα κενά
     κλητική κενοί κενές κενά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κενός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κενός [1]

  Επίθετο

επεξεργασία

κενός, -ή, -ό

  1. που δεν περιέχει τίποτα
    τα ταμεία είναι κενά
    το εσωτερικό του κορμού είναι κενό
     συνώνυμα: αδειανός, άδειος, κούφιος
     αντώνυμα: γεμάτος, πλήρης
  2. που δεν έχει συμπληρωθεί, που δεν έχει καταληφθεί
    διαγωνισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων
    την Τετάρτη, έχω πολλές κενές ώρες
  3. χωρίς πνευματικό περιεχόμενο, που δεν έχει νόημα
    κενός λόγος
    άνθρωπος κενός
     συνώνυμα: κούφιος
     αντώνυμα: μεστός

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κενός κενή τὸ κενόν
      γενική τοῦ κενοῦ τῆς κενῆς τοῦ κενοῦ
      δοτική τῷ κεν τῇ κεν τῷ κεν
    αιτιατική τὸν κενόν τὴν κενήν τὸ κενόν
     κλητική ! κενέ κενή κενόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ κενοί αἱ κεναί τὰ κενᾰ́
      γενική τῶν κενῶν τῶν κενῶν τῶν κενῶν
      δοτική τοῖς κενοῖς ταῖς κεναῖς τοῖς κενοῖς
    αιτιατική τοὺς κενούς τὰς κενᾱ́ς τὰ κενᾰ́
     κλητική ! κενοί κεναί κενᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κενώ τὼ κενᾱ́ τὼ κενώ
      γεν-δοτ τοῖν κενοῖν τοῖν κεναῖν τοῖν κενοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κενός < *κενϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱen-