Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κενό τα κενά
      γενική του κενού των κενών
    αιτιατική το κενό τα κενά
     κλητική κενό κενά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κενό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κενός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κενό ουδέτερο

  1. (φυσική) χώρος χωρίς ύλη
  2. το άδειο κομμάτι ενός χώρου
    • (μεταφορικά) χρονικό διάστημα χωρίς κάποια συγκεκριμένη εργασία ή υποχρέωση
    • (στο σχολείο) μια διδακτική ώρα χωρίς μάθημα
      έλειπε ο φιλόλογος και τα παιδιά έκαναν κενό
  3. ένα χάσμα που διακόπτει τη συνέχεια μιας επιφάνειας
    • κάποιο διάστημα χωρίς να εμπεριέχει ή να συμβαίνει εντός του κάτι
  4. (μεταφορικά) η απουσία ενός πράγματος
  5. (θεωρία συνόλων) το σύνολο που δεν περιέχει στοιχεία
    σύμβολα: , { }

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κενό εξουσίας: η απουσία μιας νόμιμης κυβέρνησης, ιδιαίτερα σε μεσοδιαστήματα
  • νιώθω μέσα μου ένα κενό: δηλώνει ή απουσία συναισθημάτων και στόχων ή ότι μου λείπουν πολύ κάποια πράγματα ή πρόσωπα
  • είχε το βλέμμα του καρφωμένο στο κενό: ήταν αφηρημένος ή σκεφτόταν έντονα κάτι και δεν κοιτούσε κάτι συγκεκριμένο
  • οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό: δηλώνει αποτυχία, έλλειψη ανταπόκρισης των άλλων στις προσπάθειές του

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κενό