Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καινός καινή καινό
γενική καινού καινής καινού
αιτιατική καινό καινή καινό
κλητική καινέ καινή καινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καινοί καινές καινά
γενική καινών καινών καινών
αιτιατική καινούς καινές καινά
κλητική καινοί καινές καινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καινός < αρχαία ελληνική καινός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καινός, -ή, -ό

η Καινή Διαθήκη
καινός άνθρωπος
  συνώνυμα: καινούργιος, νέος, πρόσφατος
  συνώνυμα: ξαφνικός, παράξενος, πρωτοφανής

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • καινά δαιμόνια ιδέες που φθείρουν τα χρηστά ήθη
Ἀδικεῖ Σωκράτης, οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἓταιρα δὲ καινὰ δαιμόνια, τούς τε νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος.

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία