Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καινούριος καινούρια καινούριο
γενική καινούριου καινούριας καινούριου
αιτιατική καινούριο καινούρια καινούριο
κλητική καινούριε καινούρια καινούριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καινούριοι καινούριες καινούρια
γενική καινούριων καινούριων καινούριων
αιτιατική καινούριους καινούριες καινούρια
κλητική καινούριοι καινούριες καινούρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καινούριος < μεσαιωνική ελληνική καινούριος < ελληνιστική κοινή καινούργιος < αρχαία ελληνική καινουργής < καινός + ἔργον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /cɛ.ˈnu.ɾʝɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /cɛ.ˈnu.ɾʝa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /cɛ.ˈnu.ɾʝɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καινούριος -ια -ιο

  1. που κατασκευάστηκε ή αποκτήθηκε ή εμφανίστηκε πρόσφατα
    τα καινούρια μοντέλα αυτοκινήτων έχουν όλα αερόσακο
    αγόρασα καινούριο αυτοκίνητο
    ήρθε στην πολυκατοικία καινούριος ένοικος
  2. που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος
    τι περιμένετε από τον καινούριο χρόνο;

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία