Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κούφιος < αρχαία ελληνική κοῦφος (από τη μεταφορική του σημασία)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κούφιος

  1. που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής
  2. (κατ' επέκταση) που έχει χαλάσει το εσωτερικό του
  3. (κατ' επέκταση), (μεταφορικά) που θεωρείται ότι έχει κούφιο κεφάλι, ότι δεν έχει μυαλό, ρηχός, ελαφρός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία