Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νόημα τα νοήματα
      γενική του νοήματος των νοημάτων
    αιτιατική το νόημα τα νοήματα
     κλητική νόημα νοήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νόημα < αρχαία ελληνική νόημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈnɔ.i.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νόημα ουδέτερο

  1. έννοια, σημασία
    • το νόημα αυτής της φράσης είναι ξεκάθαρο
  2. λογική
    • αυτό που γράφεις δεν βγάζει νόημα
  3. σημασία, σκοπός, λόγος, αξία
    • ποιο είναι το νόημα της παρουσίας τους εδώ;
    • δεν έχει κανένα νόημα να πας τώρα
  4. νεύμα, γνέψιμο
    • μου έκανε νόημα να μπω
  5. (μεταφορικά) εντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι
    • θα ξανάρθω σε μία ώρα - είπε με νόημα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία