Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρίθω < αρχαία ελληνική βρίθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷreh₂- (βαρύς)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvɾiθɔ/
συλλαβισμός: βρί‐θω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βρίθω (+ γενική ή + από & αιτιατική)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρίθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷreh₂- (βαρύς)

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. είμαι γεμάτος
  2. βαρύνω, φορτώνομαι
  3. υπερισχύω, νικώ