Δείτε επίσης: ἀπό

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

από < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπό [1] [2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /apo/ εντάσσεται φωνολογικά στην επόμενη λέξη ως κλιτικό, π.χ. /apo‿to‿pɾoˈi/ (<από το πρωί>)

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

από, απ' και αφ'

  • δηλώνει
    1. τόπο:
      1. αφετηρία
        Αν ξεκινήσεις τώρα από το σπίτι, θα με προλάβεις.
      2. σημείο εκκίνησης για εκτίμηση, μέτρηση, υπολογισμό
        Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 25 ως 28 βαθμούς.
      3. μεταβολή κατάστασης
        από δήμαρχος κλητήρας
      4. απομάκρυνση
        Φύγε μακριά απ᾿ αυτόν!
    2. καταγωγή ή προέλευση
      Ο γείτονάς μου είναι από την Αίγυπτο.
      Ο Μάρκο Πόλο έφερε από την Κίνα το μετάξι στην Ευρώπη.
    3. εξάρτηση
      κρατήσου από μένα
    4. χρόνο:
      1. αφετηρία
        Έχω να τον δω απ᾿ την αποφοίτησή μας.
      2. σημείο εκκίνησης χρονικού διαστήματος
        Θα είμαι εδώ από νωρίς, έλα κι εσύ.
    5. αντιδιαστολή, σύγκριση, προτίμηση
      Ο Λευτέρης είναι μεγαλύτερος από τον Μάνθο.
      Προτιμώ τυρί και ψωμί από κάτι γλυκό.
    6. αναγκαστικό αίτιο
      παρασύρθηκε από την οργή
    7. ποιητικό αίτιο
      Η αυλή στρώθηκε με χαλίκι από τους εργάτες.
    8. ένα σύνολο που για ένα μέρος του γίνεται αναφορά
      Δέκα από τους μαθητές ανέλαβαν τη διοργάνωση της εκδρομής.
    9. επιμερισμό'
      Πήρα από τον καθένα τέσσερα ευρώ.
    10. μέσο ή τρόπο
      Θα τα πούμε απ᾿ το τηλέφωνο.
    11. αναφορά
      Η γνώμη του είναι σωστή από την άποψη του κέρδους.
    12. απαλλαγή
      Εξαιρέθηκε από τη γυμναστική, επειδή είχε πυρετό.
    13. αφαίρεση
      έξι από είκοσι κάνει δεκατέσσερα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Για λόγους ευφωνίας:
    • Ο τύπος απ' χρησιμοποιείται πριν από φωνήεν και, μερικές φορές, πριν από τη γενική και την αιτιατική πτώση του οριστικού άρθρου
    • Ο τύπος αφ' χρησιμοποιείται πριν από λέξη που, στο πολυτονικό σύστημα, δασυνόταν

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «από» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. «από» -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας