Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

off (en)

  1. μακριά
  2. εκτός λειτουργίας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

off < αγγλική off

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

off (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (στη ραδιοφωνία ή την τηλεόραση) κρυφός, που δεν ακούγεται ή λέγεται δημόσια
  2. (λέγεται για) κάτι που ακούγεται χωρίς να φαίνεται αυτός που το λέει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία