Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρυφός η κρυφή το κρυφό
      γενική του κρυφού της κρυφής του κρυφού
    αιτιατική τον κρυφό την κρυφή το κρυφό
     κλητική κρυφέ κρυφή κρυφό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρυφοί οι κρυφές τα κρυφά
      γενική των κρυφών των κρυφών των κρυφών
    αιτιατική τους κρυφούς τις κρυφές τα κρυφά
     κλητική κρυφοί κρυφές κρυφά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυφός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρυφός < αρχαία ελληνική κρυπτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρυφός, -ή, -ό

  1. που είναι τοποθετημένος ή φτιαγμένος έτσι ώστε να μην μπρορεί να βρεθεί
    το κάστρο είχε κρυφές πόρτες
  2. που είναι μυστικός
    η ερωτική τους σχέση παρέμεινε κρυφή για πολλά χρόνια
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη κρύφιος (που παραμένει κρυφός)
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει εκδηλωθεί
    είναι κρυφό ταλέντο
  4. (για πρόσωπα) μυστικοπαθής
    είναι πολύ κρυφός για την οικονομική του κατάσταση· κανείς δεν ξέρει αν είναι πλούσιος ή φτωχός
  5. (ως ουσιαστικό) μυστικός αστυνομικός

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Επίσης

→ και δείτε τη λέξη κρύβω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία