Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρύβω < κληρονομημένη από την ελληνιστική κοινή κρύβω < αρχαία ελληνική κρύπτω. Με μεταπλασμό του θέματος κρυψ- όπως τριψ- (ἔτριψα) - τρίβω[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾi.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κρύβω , πρτ.: έκρυβα, στ.μέλλ.: θα κρύψω, αόρ.: έκρυψα, παθ.φωνή: κρύβομαι, π.αόρ.: κρύφτηκα, μτχ.π.π.: κρυμμένος

  1. τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δεν θα το ανακαλύψουν οι άλλοι
    ο δολοφόνος έκρυψε το μαχαίρι του εγκλήματος στο υπόγειο
  2. τοποθετώ κάτι σε μέρος τέτοιο ώστε να μην είναι ορατό
    ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να κρύψουν τα βιβλία τους επειδή θα έγραφαν τεστ
  3. τακτοποιώ, τοποθετώ κάτι σε μέρος ασφαλές ώστε να το χρησιμοποιήσω αργότερα
  4. (στη μαγειρική) ανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση
    κρύβουμε το σκόρδο μέσα στο κρέας
  5. καλύπτω κάτι με κάτι άλλο για να μη φαίνεται
    έριξε πάνω της ένα σεντόνι να κρύψει τη γύμνια της
  6. μπαίνω μπροστά από ένα άλλο αντικείμενο το οποίο πια δεν είναι ορατό
    μη μου κρύβεις τον ήλιο, είπε ο Διογένης στον Αλέξανδρο
  7. κρατώ κάτι μυστικό από τους άλλους
    κάτι μου κρύβεις για το παρελθόν σου
     συνώνυμα: αποκρύπτω
  8. έχω στο εσωτερικό μου κάτι που δεν είναι ορατό
    ας ανοίξουμε αυτό το παλιό σεντούκι να δούμε τι θησαυρούς μπορεί να κρύβει
    • (μεταφορικά)
      πίσω από το σκληρό παρουσιαστικό κρύβει μια ευαίσθητη ψυχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τα παράγωγα & σύνθετά τους

θέμα κρυβ-

θέμα κρυφ-

θέμα κρυβ(φ)σ> κρυψ-

θέμα κρυπτ-

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία