Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρύβομαι < κρύβω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κρύβομαι

  1. πηγαίνω σε κάποιο μέρος όπου να μην μπορεί κανείς να με βρει
    πού έχει κρυφτεί πάλι αυτό το παιδί;
  2. πηγαίνω πίσω από κάποιον ή κάτι ώστε να μην μπορούν να με δουν οι άλλοι
    ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα
  3. (μεταφορικά) ντρέπομαι ή φοβάμαι να εκφράσω στους άλλους τις σκέψεις μου
    καλά, γιατί κρύβεσαι; πες τους ξεκάθαρα τι θέλεις και θα δεις τι θα πουν!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία