Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρύβω, κρύβομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κρυμμένος, -η, -ο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία