Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αθέατος < ελληνιστική κοινή ἀθέατος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αθέατος, -η, ο

  • που δεν μπορούμε να τον δούμε λόγω της θέσης του
η αθέατη πλευρά της Σελήνης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία