Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκρύβω < από + κρύβω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκρύβω

  1. κρύβω, αποσιωπώ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία