Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκρυπτογραφώ < απο- + κρυπτογραφώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική décrypter

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκρυπτογραφώ

  1. καταφέρνω να διαβάσω και να καταλάβω ένα κείμενο γραμμένο χρησιμοποιώντας κάποιον μυστικό κώδικα ή άλλο σύστημα γραφής


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία