Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόκρυψη < από την αρχαία λέξη (ἀπόκρυψις).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόκρυψη οι αποκρύψεις
      γενική της απόκρυψης
αποκρύψεως*
των αποκρύψεων
    αιτιατική την απόκρυψη τις αποκρύψεις
     κλητική απόκρυψη αποκρύψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

απόκρυψη θηλυκό

  1. η πράξη της διατήρησης του μυστικού
  2. η κατάσταση του να είναι κάτι κρυμμένο
  3. (στρατιωτικά) η προστασία από την παρατήρηση ή την παρακολούθηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία