Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυψι- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρυψι- < (κρύπτω) κρυψ- + -ι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

κρυψι-, κρυψί- (και κρυψ-, κρύψ- πριν από φωνήεν)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυψι- < (κρύπτω) κρυψ- + -ι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

κρυψι-, κρυψί- (και κρυψ-, κρύψ- πριν από φωνήεν)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία