Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνθετο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτρο του επιθέτου σύνθετος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνθετο ουδέτερο

  1. σύνθετη λέξη
  2. έπιπλο για το σαλόνι με πολλές χρήσεις (πχ βιβλιοθήκη, χώρος για γυαλικά, μπαρ κλπ)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σύνθετο ουδέτερο