Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύνθεση οι συνθέσεις
      γενική της σύνθεσης
& συνθέσεως
των συνθέσεων
    αιτιατική τη σύνθεση τις συνθέσεις
     κλητική σύνθεση συνθέσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνθεση < αρχαία ελληνική σύνθεσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνθεση θηλυκό

  1. ο σχηματισμός συνθετότερων από το συνδυασμό των απλούστερων
  2. (γλωσσολογία) ο σχηματισμός μιας νέας λέξης από την ένωση των θεμάτων δύο άλλων λέξεων
    δείτε τη λέξη  πρόθημα, επίθημα, συνθετικό
  3. (φιλοσοφία) ο συνδυασμός θέσης και αντίθεσης
  4. (χημεία) ο σχηματισμός συνθετότερων μορίων μέσα από μια χημική αντίδραση
  5. ο συνδυασμός πληροφοριών από διάφορες πηγές και η ερμηνεία τους ως σύνολο
  6. (μουσική) μουσικό έργο
  7. (παρωχημένο) η μαθητική έκθεση
  8. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η χρήση αντικειμένων που περιέχουν άλλα αντικείμενα ως μέλη δεδομένων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία