Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σύνθετος σύνθετη σύνθετο
γενική σύνθετου σύνθετης σύνθετου
αιτιατική σύνθετο σύνθετη σύνθετο
κλητική σύνθετε σύνθετη σύνθετο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σύνθετοι σύνθετες σύνθετα
γενική σύνθετων σύνθετων σύνθετων
αιτιατική σύνθετους σύνθετες σύνθετα
κλητική σύνθετοι σύνθετες σύνθετα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνθετος < αρχαία ελληνική σύνθετος < σύν + τίθημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύνθετος -η -ο

  1. που αποτελείται από περισσότερα από ένα μέρη
     συνώνυμα: πολυσύνθετος, πολυσχιδής, πολλαπλός
  2. (κατ' επέκταση) ο πολύπλοκος ή ο δυσεπίλυτος
    η παρούσα κρίση αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς σε πολλά επίπεδα
  3. (γραμματική) για λέξη που αποτελείται από δύο ή περισσότερα συνθετικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία