Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱel- (κρύβω, καλύπτω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

καλύπτω, πρτ.: κάλυπτα, αόρ.: κάλυψα, παθ.φωνή: καλύπτομαι, π.αόρ.: καλύφθηκα/καλύφτηκα, μτχ.π.π.: καλυμμένος

  1. σκεπάζω
  2. περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς
    Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.
     συνώνυμα: αναπτύσσω
  3. συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης
    Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.
     συνώνυμα: κάνω ρεπορτάζ
  4. συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές
    Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.
    Ο μισθός μου δεν καλύπτει τα έξοδά μου.
    Καλύπτει την έλλειψη γνώσεων με την ευφυΐα του.
     συνώνυμα: αναπληρώνω
  5. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
     συνώνυμα: προστατεύω
  6. ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο
    Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.
     συνώνυμα: αποκρύπτω, συγκαλύπτω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • παθητικός αόριστος: καλύφθ-ηκα & καλύφτ-ηκα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία