Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλύπτω < αρχαία ελληνική καλύπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱel- (καλύπτω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

καλύπτω, παθητικό: καλύπτομαι, παθητική μετοχή: καλυμμένος

  1. σκεπάζω
  2. πραγματεύομαι, αναφέρομαι σε ένα θέμα
  3. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
  4. καταβάλλω το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να εξοφληθεί επιταγή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία