Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hide hides

hide (en)

  1. το δέρμα ενός ζώου, τομάρι
  2. κατά το Μεσαίωνα, η έκταση γης που αρκούσε για να θρέψει μια ελεύθερη οικογένεια, περίπου 100 εκτάρια

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας hide
γ΄ ενικό ενεστώτα hides
αόριστος hid
παθητική μετοχή hidden
ενεργητική μετοχή hiding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hide (en)

  1. (μεταβατικό) κρύβω
  2. (αμετάβατο) κρύβομαι

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία