Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαχαρικό τα μπαχαρικά
      γενική του μπαχαρικού των μπαχαρικών
    αιτιατική το μπαχαρικό τα μπαχαρικά
     κλητική μπαχαρικό μπαχαρικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπαχαρικό < μπαχάρ(ι) + -ικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπαχαρικό ουδέτερο

  • μαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία