κρυφτό: το παιδί δεξιά, στο δένδρο «τα φυλάει» και τα υπόλοιπα παιδιά τρέχουν να κρυφτούν όσο αυτός μετράει

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κρυφτό < κρυπτός < κρύπτω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κρυφτό ουδέτερο

  • παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο κάποιος τα φυλάει και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες κρύβονται όσο εκείνος μετράει, π.χ. μέχρι το 50. Μετά αρχίζει να τους ψάχνει.

Δείτε επίσης

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

κρυφτό