Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
κρυφτό: το παιδί δεξιά, στο δένδρο «τα φυλάει» και τα υπόλοιπα παιδιά τρέχουν να κρυφτούν όσο αυτός μετράει

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυφτό < κρυπτός < κρύπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρυφτό ουδέτερο

  • παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο κάποιος τα φυλάει και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες κρύβονται όσο εκείνος μετράει π.χ. μέχρι το 50. Μετά αρχίζει να τους ψάχνει!!!

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κρυφτό