Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρυφτό < κρυπτός < κρύπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρυφτό ουδέτερο

  1. παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο κάποιος τα φυλάει και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες κρύβονται όσο εκείνος μετράει π.χ. μέχρι το 50. Μετά αρχίζει να τους ψάχνει!!!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κρυφτό