Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απόκρυφος απόκρυφη απόκρυφο
γενική απόκρυφου απόκρυφης απόκρυφου
αιτιατική απόκρυφο απόκρυφη απόκρυφο
κλητική απόκρυφε απόκρυφη απόκρυφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόκρυφοι απόκρυφες απόκρυφα
γενική απόκρυφων απόκρυφων απόκρυφων
αιτιατική απόκρυφους απόκρυφες απόκρυφα
κλητική απόκρυφοι απόκρυφες απόκρυφα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόκρυφος < αρχαία ελληνική ἀπόκρυφος (2.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική occulte)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.kɾi.fɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απόκρυφος, -η, -ο

  1. που τον κρατούν κρυμμένο, κρυφό, μυστικό
  2. άλλη μορφή του αποκρυφιστικός

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία