Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόκρυφα < από- + κρυφός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

απόκρυφα

  1. μη εμφανή
  2. μη γνωστά στο ευρύ κοινό
  3. μη αποδεκτά δεδομένα, βιβλία ή κείμενα από κάποια αρχή ως επίσημα ή αυθεντικά είτε ως προς την χρονολογία και τους συγγραφείς, είτε ιδεολογικά/νοηματικά
  4. (ευφημιστικά, εξευμενιστικά) οι όρχεις, τα γεννητικά όργανα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία