Δείτε επίσης: off-shore, off shore

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

offshore < άμεσο δάνειο από την αγγλική offshore

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
offshore offshore

offshore (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που βρίσκεται μακριά από τις ακτές
  2. (οικονομία) που δραστηριοποιείται σε χώρα διαφορετική από την δική του για να επωφελείται από καλύτερες φορολογικές, τραπεζικές, κ.α. συνθήκες

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία