Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γέμισμα τα γεμίσματα
      γενική του γεμίσματος των γεμισμάτων
    αιτιατική το γέμισμα τα γεμίσματα
     κλητική γέμισμα γεμίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέμισμα < μεσαιωνική ελληνική < γεμίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέμισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γεμίζω
  2. η ποσότητα που χωράει ένα δοχείο όταν το γεμίσουμε
    πόσα χιλιόμετρα κάνεις με το αυτοκίνητό σου με ένα γέμισμα;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία