Δείτε επίσης: -τος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ός η ή το ό
      γενική του ού της ής του ού
    αιτιατική τον ό τη(ν) ή το ό
     κλητική έ ή ό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οί οι ές τα ά
      γενική των ών των ών των ών
    αιτιατική τους ούς τις ές τα ά
     κλητική οί ές ά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-τός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -τός[1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τός, -τή, -τό

  1. κατάληξη ρηματικών επιθέτων που δηλώνουν
    1. ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό μπορεί να πάθει αυτό που ορίζει η ρηματική ρίζα
      διδακτός: που μπορεί να διδαχτεί
    2. αυτό που έχει (ή δεν έχει) πάθει ό,τι ορίζει η ρηματική ρίζα. Σε σύνθετες λέξεις είναι άτονο, βλέπε -τος
      ψητός: που έχει ψηθεί
      άψητος: που δεν έχει ψηθεί

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Όλες οι μορφές, ανάλογα με το συνοπτικό θέμα του ρήματος από το οποίο σχηματίζονται

και

Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -τός στο Βικιλεξικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία