Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρίχνω < μεσαιωνική ελληνική ρίφνω < αρχαία ελληνική ῥίπτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾi.xnɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρίχνω , πρτ.: έριχνα, στ.μέλλ.: θα ρίξω, αόρ.: έριξα, παθ.φωνή: ρίχνομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: ριγμένος

  1. προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού
    ο τερματοφύλακας έριξε την μπάλα στον συμπαίκτη του
    οι τοξότες έριχναν βέλη στο εχθρικό στράτευμα
      συνώνυμα: πετώ, υπώνυμα: βάλλω
  2. προκαλώ την πτώση ενός αντικειμένου
    από απροσεξία έριξα κάτω το βάζο και το έσπασα
  3. γκρεμίζω
    έριξα έναν τοίχο για να μεγαλώσω το σαλόνι
  4. (μεταφορικά) με έντεχνο τρόπο κερδίζω τη συναίνεση (συμφωνία, έγκριση κλπ) κάποιου
    με τις γαλιφιές τον έριξε τελικά τον πατέρα της και της αγόρασε αυτοκίνητο
    • κερδίζω την ερωτική εύνοια κάποιου, τη συγκατάθεσή του για σύναψη ερωτικής σχέσης
      για πες μας τώρα πώς την έριξες τη γυναίκα σου
  5. (μεταφορικά) μειώνω
    το μαγαζί εκείνο έριξε πολύ τις τιμές τελευταία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία