Δείτε επίσης: χῶμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χώμα τα χώματα
      γενική του χώματος των χωμάτων
    αιτιατική το χώμα τα χώματα
     κλητική χώμα χώματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χῶμα < ρήμα χώννυμι (χώνομαι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxo.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χώ‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χώμα ουδέτερο

  1. το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών
    η πιο απλή συνταγή για λάσπη είναι χώμα και νερό
  2. (στον πληθυντικό) χώματα: ποσότητα από χώμα
    γέμισε η αυλή χώματα
  3. το έδαφος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία