Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκοόλ < γαλλική alcool < μεσαιωνική λατινική alkohol < αραβική اَلْكُحْل (al-kuḥl: αντιμόνιο) ή αραβική غول (ḡūl: δαίμονας της ερήμου, άσχημη επίδραση, πονοκέφαλος, καταστροφή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλκοόλ ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία