Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκοολούχος < αλκοόλ + -ούχος ( < έχω )

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλκοολούχος

  • αυτός που περιέχει αλκοόλ
    στις ΗΠΑ απαγορεύεται η διάθεση αλκοολούχων ποτών σε νέους κάτω των 18 ετών

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία