Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόσπασμα τα αποσπάσματα
      γενική του αποσπάσματος των αποσπασμάτων
    αιτιατική το απόσπασμα τα αποσπάσματα
     κλητική απόσπασμα αποσπάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόσπασμα < αρχαία ελληνική ἀπόσπασμα (κομμάτι που έχει αποκοπεί)
  1. (σημασιολογικό δάνειο) από τη λατινική fragmentum
  2. (σημασιολογικό δάνειο) από τη γαλλική détachement

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόσπασμα ουδέτερο

  1. ενιαίο τμήμα ενός συνόλου
    στη συγκέντρωση θα απαγγελθούν αποσπάσματα από τα ποιήματα του ποιητή
    βρέθηκαν μόνο αποσπάσματα από τη διαθήκη
  2. τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία
    ο διοικητής έστειλε ένα απόσπασμα να φυλάει το χώρο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία