Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπάσιμο τα σπασίματα
      γενική του σπασίματος των σπασιμάτων
    αιτιατική το σπάσιμο τα σπασίματα
     κλητική σπάσιμο σπασίματα
Κατηγορία όπως «δέσιμο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπάσιμο < σπασ- (< έ-σπασ-α, αόριστος του σπάω) + -ιμο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈspa.si.mo/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπάσιμο ουδέτερο

  • το αποτέλεσμα του σπάω
  1. ο διαχωρισμός ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια με την επενέργεια μιας εξωτερικής δύναμης
  2. η ρωγμή
  3. το κάταγμα
  4. διασπαστική ενέργεια
    το σπάσιμο της απεργίας
  5. η παραβίαση μιας δέσμευσης
  6. ενέργεια ή γεγονός που προκαλεί ενόχληση
    μας έκανε μεγάλο σπάσιμο που δεν ήρθε μαζί μας στο πάρτι
  7. η αποκρυπτογράφηση
  8. (μεταφορικά) η συναισθηματική διάλυση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία