Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρίχνομαι < ρίχνω < αρχαία ελληνική ῥίπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρίχνομαι, στ.μέλλ.: θα ριχτώ, αόρ.: ρίχτηκα, μτχ.π.π.: ριγμένος

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία