Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθιστώ < αρχαία ελληνική καθίστημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

καθιστώ, πρτ.: καθιστούσα, στ.μέλλ.: θα καταστήσω, αόρ.: κατέστησα, παθ.φωνή: καθίσταμαι, μτχ.π.π.: κατεστημένος

  1. κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα
    Με τη διαθήκη του καθιστά κληρονόμους του τα παιδιά της αδερφής του
    πρέπει να του το καταστήσουμε σαφές το ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια
    την κατέστησε έγκυο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία