Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατεστημένο τα κατεστημένα
      γενική του κατεστημένου των κατεστημένων
    αιτιατική το κατεστημένο τα κατεστημένα
     κλητική κατεστημένο κατεστημένα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατεστημένο < ουδέτερο του κατεστημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθιστώ (με βάση την αρχαία ελληνική κατέστην, αόριστο τού καθίστημι) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική establishment)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατεστημένο ουδέτερο

  1. Σύστημα ατόμων και ισχυρών ομάδων συμφερόντων που ελέγχουν σε βαθμό να εξουσιάζουν καίριους τομείς της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής ή πολιτιστικής ζωής (όχι απαραιτητα σε συνεννόηση) και που αντιδρούν σε κάθε ανανέωση η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την κυριαρχία τους
  2. οι αξίες που οι άνωθεν επιβάλλουν στην κοινωνία
  3. ισχύουσες-επικρατείς θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτειακές, ταξικές και ιδεολογικές αρχές κι αξίες

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία