Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ordre 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ordre ordres

ordre (fr) αρσενικό

  1. η τάξη
    il met ses affaires en ordre - βάζει τα πράγματά του σε τάξη
  2. η σειρά
    il est troisième dans l'ordre d'arrivée - έφτασε τρίτος στη σειρά
  3. η διαταγή
    il exécute des ordres - εφαρμόζει διαταγές
  4. το ένταλμα
    ils ont émis un ordre d’expulsion à son encontre- εξέδωσαν εις βάρος του ένταλμα απελάσεως

ΕκφράσειςΕπεξεργασία