Δείτε επίσης: ανάκλιση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανάκληση οι ανακλήσεις
      γενική της ανάκλησης
& ανακλήσεως
των ανακλήσεων
    αιτιατική την ανάκληση τις ανακλήσεις
     κλητική ανάκληση ανακλήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάκληση < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀνάκλη(σις) (επίκληση θεότητας, αποχώρηση) + -ση < ἀνακαλέω-ἀνακαλῶ και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική recall και τη γαλλική rappel.[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈna.kli.si/
συλλαβισμός: α‐νά‐κλη‐ση
ομόηχο: ανάκλιση
παρώνυμο: ανάκλαση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανάκληση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο
    ανάκληση διπλωματικών υπαλλήλων
    ανάκληση διατάγματος
    ανάκληση μαρτυρικής κατάθεσης
    ανάκληση μετάταξης-διορισμού
  2. η απόσυρση προϊόντων (συνήθως ή προβληματικών ή πιθανώς ελαττωματικών) από την αγορά και η συγκέντρωσή τους στο εργοστάσιο παραγωγής
    Στην ανάκληση 6 εκατομμυρίων οχημάτων της προχώρησε η Τογιότα
  3. η επαναφορά μιας ανάμνησης στη μνήμη
  4. (πληροφορική) η ανάγνωση δεδομένων από μνήμη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία