Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσταγή προσταγές
γενική προσταγής προσταγών
αιτιατική προσταγή προσταγές
κλητική προσταγή προσταγές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσταγή < αρχαία ελληνική προσταγή < προστάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσταγή θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Η επιθυμία και η προτροπή κάποιου για την πραγματοποίηση της θέλησης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία